Οικογενειακό Δίκαιο

Υπερχρεωμένα Νοικοκυριά - Νόμος Κατσέλη

Τραπεζικό Δίκαιο

Τροχαία Ατυχήματα

Μισθώσεις

Κληρονομικό Δίκαιο

Ακίνητα

ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΕΣ - ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

Ποινικό Δίκαιο
ΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

ΣΥΝΑΙΝΕΤΙΚΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ

Το συναινετικό διαζύγιο είναι ο πιο απλός και ταχύς τρόπος λύσης ενός γάμου, καθώς η λύση του γάμου μπορεί να επέλθει μέσα σε λίγες μόνο ημέρες. Μετά το Ν. 4509/2017, για τη συναινετική λύση του γάμου απαιτείται η κατάρτιση συμβολαιογραφικής πράξης λύσης του γάμου, ενώ είναι απαραίτητη η παράσταση δύο Δικηγόρων, ενός για κάθε μέρος. Για την έκδοσή του απαιτείται καταρχάς η συναίνεση των δύο συζύγων. Στη συνέχεια συντάσσεται έγγραφη συμφωνία για τη λύση του γάμου και έγγραφη συμφωνία για τη ρύθμιση των θεμάτων επιμέλειας, επικοινωνίας και διατροφής των ανήλικων τέκνων, εφόσον οι σύζυγοι έχουν ανήλικα τέκνα. Οι ως άνω έγγραφες συμφωνίες συνάπτονται μεταξύ των συζύγων με την παρουσία πληρεξούσιου δικηγόρου για καθέναν από αυτούς και υπογράφονται από τους ίδιους (το γνήσιο των υπογραφών των συζύγων στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να βεβαιώνεται από τη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου) και από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ή μόνο από τους τελευταίους, εφόσον αυτοί είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο. Η πληρεξουσιότητα πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή της συμφωνίας. Η έγγραφη συμφωνία για τη λύση του γάμου, καθώς και η έγγραφη συμφωνία για την επιμέλεια, την επικοινωνία και τη διατροφή των ανήλικων τέκνων υποβάλλονται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του κάθε συζύγου, σε συμβολαιογράφο μαζί με τα ειδικά πληρεξούσια (αν υπάρχουν), την ληξιαρχική πράξη γάμου, πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και φωτοτυπικά αντίγραφα των δελτίων ταυτότητας των δύο συζύγων. Η κατάρτιση της συμβολαιογραφικής πράξης λύσης του γάμου πρέπει να απέχει τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες από την έγγραφη συμφωνία των συζύγων, η ημερομηνία της οποίας αποδεικνύεται με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των συζύγων από τη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου της έδρας του συμβολαιογράφου που θα καταρτίσει τη συμβολαιογραφική πράξη. Ο συμβολαιογράφος συντάσσει πράξη με την οποία βεβαιώνει τη λύση του γάμου, επικυρώνει τις συμφωνίες των συζύγων και τις ενσωματώνει σε αυτή. Τη συμβολαιογραφική πράξη υπογράφουν οι σύζυγοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ή μόνον οι τελευταίοι, εφόσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο. Η πληρεξουσιότητα πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή της πράξης. Η λύση του γάμου επέρχεται με την κατάθεση αντιγράφου της συμβολαιογραφικής πράξης στο ληξιαρχείο όπου έχει καταχωρισθεί η σύσταση του γάμου. Σε περίπτωση θρησκευτικού γάμου, πριν από την καταχώριση στο Ληξιαρχείο, πρέπει να έχει προηγηθεί υποχρεωτικά η πνευματική λύση του γάμου από την Ιερά Μητρόπολη, στην οποία ανήκει ο ιερός ναός όπου τελέστηκε ο γάμος.




ΝΟΜΟΣ ΚΑΤΣΕΛΗ


Ο Ν. 3869/2010, γνωστός στο ευρύ κοινό και ως Νόμος Κατσέλη, έχει εφαρμογή σε φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα (δηλαδή δεν έχουν την εμπορική ιδιότητα) και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους. Ο νόμος δίνει την δυνατότητα στα πρόσωπα αυτά να υπαχθούν σε ρύθμιση, κατά τρόπο που δεν θα τίθεται σε κίνδυνο η ικανοποίηση των βασικών βιοτικών αναγκών των ιδίων και των οικογενειών τους, επιτυγχάνοντας υπό προϋποθέσεις ένα σημαντικό «κούρεμα» οφειλών, ούτως ώστε η εξυπηρέτηση αυτών να καταστεί βιώσιμη, έχοντας ουσιαστικά μία δεύτερη ευκαιρία για ένα νέο οικονομικό ξεκίνημα στη ζωή τους.




ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΤΕΚΝΩΝ

Ανιόντες και κατιόντες έχουν αμοιβαία υποχρέωση διατροφής. Με τον όρο «Διατροφή» εννοούμε πέρα από τις βασικές διατροφικές ανάγκες του παιδιού και τις ανάγκες συντήρησης, ανατροφής, εκπαίδευσης και ψυχαγωγίας. Σε περίπτωση συναινετικού διαζυγίου το ζήτημα της διατροφής ρυθμίζεται με ιδιωτικό συμφωνητικό, που επικυρώνεται από το δικαστήριο, ενώ σε περίπτωση διαζυγίου με αντιδικία ρυθμίζεται δικαστικά. Την αίτηση και αγωγή για τη διατροφή του ανηλίκου τέκνου ασκεί κατά κανόνα αυτός που έχει την επιμέλεια αυτού. Το μέτρο διατροφής του τέκνου προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, λαμβανομένων υπόψη και των οικονομικών δυνάμεων των γονέων. Σε περίπτωση που έχει εκδοθεί απόφαση δικαστηρίου, που διατάσσει την καταβολή συγκεκριμένου ποσού, ως διατροφής και λόγω μεταγενέστερης αδυναμίας του υπόχρεου, πχ λόγω ανεργίας, αυτός δεν δύναται να καταβάλλει πλέον το ορισθέν ποσό, έχει την δυνατότητα να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, αίτηση μεταρρύθμισης της αρχικής του απόφασης, ούτως ώστε να μειωθεί το ποσό αυτής ή ακόμη και να διαταχθεί η παύση της καταβολής του.




ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΣΥΖΥΓΟΥ

Κατά την έγγαμη συμβίωση οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού στις οικογενειακές ανάγκες, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του. Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης η υποχρέωση συνεισφοράς των συζύγων μετατρέπεται σε υποχρέωση χρηματικής διατροφής μεταξύ αυτών και από κοινού έναντι των τέκνων. Αφού καταστεί αμετάκλητη η απόφαση διαζυγίου, ο Αστικός Κώδικας ορίζει στο άρθρο 1442 τις προϋποθέσεις υποχρέωσης διατροφής μετά το διαζύγιο. «Διατροφή – Εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλον: 1. αν κατά την έκδοση του διαζυγίου ή κατά το τέλος των χρονικών περιόδων που προβλέπονται στις επόμενες περιπτώσεις βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίζει απ` αυτό τη διατροφή του, 2. αν έχει την επιμέλεια ανήλικου τέκνου και γι` αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, 3. αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια επαγγελματική εκπαίδευση, και στις δύο όμως περιπτώσεις για ένα διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου, 4. σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας». Η υποχρέωση διατροφής προστατεύεται και ποινικά, σύμφωνα με το άρθρο 358 Π.Κ.




ΓΟΝΙΚΗ ΜΕΡΙΜΝΑ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΕΚΝΟΥ

Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του, αποτελεί δε περιεχόμενο της γονικής μέριμνας. Σε περίπτωση διακοπής της εγγάμου συμβιώσεως ή διαζυγίου, αρμόδιο να ρυθμίσει το θέμα της ανάθεσης της επιμέλειας τέκνων είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο, με κριτήριο το συμφέρον του τέκνου. Εάν η επιμέλεια του τέκνου έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον ένα γονέα, λ.χ. στη μητέρα, τότε αυτή έχει αρμοδιότητα να αποφασίζει για τα τρέχοντα μόνο καθημερινά ζητήματα, που σχετίζονται με την επιμέλεια αυτού, ενώ η λήψη αποφάσεων για τα λοιπά (σοβαρά) θέματα, παραμένει στον πυρήνα της γονικής μέριμνας.




ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΕΚΝΟΥ

Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το ανήλικο τέκνο έχει το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας του με αυτό. Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους ανιόντες του, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος. Οι τρόποι ρύθμισης της επικοινωνίας τέκνου ποικίλουν και μπορούν να συνίστανται στην συνάντηση γονέα και τέκνου εκτός σπιτιού, στη διανυκτέρευση του τέκνου στην οικία του γονέα, σε διακοπές κατά την καλοκαιρινή περίοδο… ενώ κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση το συμφέρον του τέκνου την ηλικία του, την σχέση που έχει με τον γονέα και τις γενικότερες υπάρχουσες συνθήκες.




ΔΙΑΖΥΓΙΟ ΜΕ ΑΝΤΙΔΙΚΙΑ - ΔΙΕΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του ενός ή και των δυο συζύγων, ώστε η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη. Για την έκδοση διαζυγίου με αντιδικία απαιτείται η κατάθεση αγωγής διαζυγίου από έναν εκ των συζύγων κατά του άλλου συζύγου. Βασικότερος λόγος έκδοσης διαζυγίου με αντιδικία είναι ο ισχυρός κλονισμός. Αγωγή διαζυγίου νομιμοποιείται να ασκήσει ο σύζυγος που έχει υποστεί τον ισχυρό κλονισμό και όχι αυτός που με τη συμπεριφορά του προκάλεσε αυτόν. Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο ισχυρός κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, ανεξαρτήτως του ποιος ευθύνεται για αυτόν. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής.




ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ

Η διάρκεια των νέων μισθώσεων επαγγελματικής στέγης μετά τον νόμο 4242/2014, καθορίζεται πλέον ελεύθερα από τους συμβαλλόμενους. Ως ελάχιστο χρονικό διάστημα προστασίας της μίσθωσης τίθεται η 3ετία. Αυτό το ελάχιστο χρονικό διάστημα δεσμεύει τόσο τον εκμισθωτή όσο και τον μισθωτή. Η καταγγελία από τον εκμισθωτή ή το μισθωτή, μετά τη λήξη του συμβατικού τους χρόνου, ή της νόμιμης τριετίας αν έχει συμφωνηθεί για μικρότερο χρονικό διάστημα, γίνεται εγγράφως και η μίσθωση λύνεται τρεις (3) μήνες από την κοινοποίησή της. Για τις υφιστάμενες μισθώσεις παραμένει σε ισχύ η 12ετής προστασία της μίσθωσης, αλλά καταργήθηκε το δικαίωμα της μονομερούς τετραετούς παράτασης στη 16ετία.




ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΚΑΤΟΙΚΙΩΝ

Η μίσθωση κατοικίας ισχύει τουλάχιστον για τρία χρόνια και αν ακόμα έχει συμφωνηθεί μικρότερος ή αόριστος χρόνος. Αν ο μισθωτής αποχωρήσει πριν από την λήξη της μίσθωσης ή την πάροδο τριετίας ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει τα μισθώματα μέχρι την λήξη του συμβατικού χρόνου ή την πάροδο της τριετίας ή μέχρι την εκ νέου εκμίσθωση του μισθίου. Ο μισθωτής δεν δικαιούται να αποχωρήσει από το μίσθιο πριν από την λήξη του συμβατικού χρόνου αν δεν συμφωνεί ο εκμισθωτής, ενώ αν υπάρξει σχετική συμφωνία θα πρέπει απαραιτήτως να είναι έγγραφη. Μετά την λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης δεν μπορεί να φύγει αν δεν έχει συμπληρώσει τουλάχιστον 3ετία από την υπογραφή του πρώτου μισθωτηρίου, αφού ο νόμος προβλέπει ότι η μίσθωση ισχύει υποχρεωτικά για 3 χρόνια. Αν ο συμβατικός χρόνος έχει καθοριστεί μικρότερος της τριετίας και δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος, για τον υπόλοιπο χρόνο, μέχρι συμπληρώσεως της 3-ετίας, το καταβαλλόμενο μίσθωμα αυξάνεται ετησίως κατά ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) του τιμαρίθμου του κόστους ζωής που δίνει η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος για τους αμέσως προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες. Η μίσθωση ορισμένου χρόνου λήγει μόλις περάσει το διάστημα αυτό, χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο. Μάλιστα θεωρείται ότι ανανεώνεται για αόριστο χρόνο όταν, μετά την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου, ο ενοικιαστής εξακολουθεί να χρησιμοποιεί την κατοικία, ενώ ο ιδιοκτήτης δεν εναντιώνεται. Η μίσθωση αόριστης διάρκειας, μετά την παρέλευση της τριετίας, λήγει με καταγγελία του ιδιοκτήτη ή του ενοικιαστή. Καταγγελία της μίσθωσης πριν από την λήξη του συμβατικού χρόνου και την πάροδο 3-ετίας επιτρέπεται μόνον για ειδικές περιπτώσεις που προβλέπονται από το νόμο και στην περίπτωση αυτή θα πρέπει η καταγγελία να γίνεται εγγράφως.




ΑΠΟΛΥΣΗ ΕΓΚΥΟΥ

Απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η απόλυση εργαζομένης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, όσο και για χρονικό διάστημα 18 μηνών μετά τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για την καταγγελία, ενώ σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί σπουδαίο λόγο για την καταγγελία η μείωση της απόδοσης της εργασίας της εργαζομένης λόγω της εγκυμοσύνης της. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί τα φαινόμενα απόλυσης εγκύων εργαζομένων κατά παράβαση του νόμου. Η απόλυση εγκύου είναι απολύτως άκυρη, ενώ η εργαζομένη έχει δικαίωμα να προβεί σε καταγγελία στην Αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, αλλά και να ασκήσει Αγωγή κατά του εργοδότη προκειμένου να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα της.




ΑΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

Σε περίπτωση που λόγω χρεών του κληρονομούμενου, ο κληρονόμος δεν επιθυμεί να αποδεχθεί την κληρονομιά, έχει από τον νόμο το δικαίωμα να την αποποιηθεί. Η προθεσμία αποποίησης κληρονομίας είναι 4 μήνες από τον θάνατο του κληρονομούμενου ή από την δημοσίευση της διαθήκης του αν υπάρχει, ενώ η δήλωση αποποίησης γίνεται στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου, στην περιφέρεια του οποίου δηλαδή είχε την κατοικία του ή τη διαμονή του ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του. Η τετράμηνη προθεσμία ισχύει και για τους ανήλικους, με τη διαφορά ότι για αυτούς η δήλωση αποποίησης μπορεί να υποβληθεί από τους γονείς που ασκούν τη γονική μέριμνα, μόνο μετά την παροχή άδειας για αποποίηση κληρονομίας, κατόπιν δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί ύστερα από αίτηση αυτών.




ΥΙΟΘΕΣΙΑ

Η υιοθεσία επιτρέπεται, μόνο όταν αυτός που υιοθετείται είναι ανήλικος με εξαίρεση την περίπτωση του άρθρου 1579 ΑΚ (υιοθεσία ενηλίκου). Αυτός που υιοθετεί ανήλικο πρέπει να ικανός για δικαιοπραξία, να έχει συμπληρώσει τα τριάντα χρόνια του και να μην είναι πάνω από εξήντα χρόνων. Αυτός που υιοθετεί ανήλικο πρέπει να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον κατά δεκαοχτώ αλλά όχι περισσότερο από πενήντα χρόνια. Ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για εκείνον από τους συζύγους που επιθυμεί να υιοθετήσει τέκνο που υιοθετείται ή που έχει ήδη υιοθετηθεί από τον σύζυγό του. Η υιοθεσία τελείται με δικαστική απόφαση, ύστερα από αίτηση του υποψήφιου θετού γονέα. Αυτός που υιοθετεί συναινεί αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου.